Στη διενέργεια ηλεκτρονικού δημόσιου ανοικτού διαγωνισμού, προχωρά ο Δήμος Ηρακλείου για τη διαμόρφωση ψηφιακών εφαρμογών ανάδειξης του γαστρονομικού πλούτου προϋπολογισμού 238.080 ευρώ.

70

Σκοπός είναι η δημιουργία μιας διαδικτυακής πύλης με έμφαση στα τοπικά προϊόντα και την αξία τους, που θα αναδεικνύει τη γαστρονομική φυσιογνωμία του Ηρακλείου ως παγκόσμια πόλη γαστρονομίας της UNESCO. Επίσης, θα επιδιωχθεί η υλοποίηση μίας σειράς ψηφιακών δράσεων προβολής του γαστρονομικού πλούτου οι οποίες θα περιλαμβάνουν την καταγραφή, ψηφιακή αποτύπωση και προβολή ηθών και εθίμων που σχετίζονται με την παραγωγή και εμπορία των προϊόντων. Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στην υλοποίηση ψηφιακών εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης και διαδραστικών εφαρμογών που θα διατίθενται προς χρήση σε δημόσιους χώρους για την αποτύπωση και ανάδειξη των τοπικών προϊόντων από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα.

Στόχος είναι η διασύνδεση της πρωτογενούς παραγωγής με τον τουρισμό και η δημιουργία συνεργειών μεταξύ του τουρισμού και της αγροδιατροφής καθώς και η διασύνδεση του πολιτισμού και της ιστορίας του Ηρακλείου με τα τοπικά προϊόντα καθώς και η περαιτέρω ενίσχυση του Brand της γαστρονομίας του Δήμου μέσω του δικτύου των Creative cities της UNESCO.

Ηράκλειο Παγκόσμια Πόλη Γαστρονομίας

Να σημειωθεί ότι το Creative Cities της UNESCO είναι ένα διεθνές δίκτυο που δημιουργήθηκε το 2004 και περιλαμβάνει πόλεις από όλον τον κόσμο που διακρίνονται σε 7 θεματικούς τομείς: λογοτεχνία, μουσική, design, κινηματογράφο, media arts, γαστρονομία, χειροτεχνία και λαϊκή τέχνη. Το Ηράκλειο βρέθηκε ανάμεσα στις επτά πόλεις παγκοσμίως που διακρίθηκαν το 2023 ως Παγκόσμιες Πόλεις Γαστρονομίας, σε συνεργασία με όλους τους αρμόδιους φορείς, με στόχο να καθιερωθεί ως ένας βιώσιμος γαστρονομικός προορισμός διεθνούς επιπέδου.

Η αναγνώριση του Ηρακλείου ως Δημιουργική Πόλη Γαστρονομίας της UNESCO έρχεται ως επιβράβευση της επιλογής του Δήμου να θέσει τη γαστρονομία και την αγροδιατροφή του τόπου στο επίκεντρο της τουριστικής πολιτικής και επιβεβαιώνει ότι η ανάδειξη της κρητικής κουζίνας και των τοπικών προϊόντων και παραγωγών μπορεί και πρέπει να αποτελέσει βασικό άξονα στη στρατηγική για την ενδυνάμωση του τουριστικού brand του Ηρακλείου. Επιπλέον, το Ηράκλειο είναι ένας πολυδιάστατος τόπος με ιστορία και συνεχή πολιτιστική παρουσία 5.000 ετών που σχεδιάζει και υλοποιεί δράσεις αστικής ανάπτυξης με όρους αειφορίας και ανθεκτικότητας. Η παρούσα πρωτοβουλία αποτελεί συνέχεια και ενδυνάμωση της προσπάθειας για την ανάδειξη με ψηφιακά μέσα και με σύγχρονες τεχνολογίες επαυξημένης, εικονικής πραγματικότητας αλλά και τεχνητής νοημοσύνης και την περαιτέρω προβολή του Ηρακλείου ως πόλης γαστρονομίας, ενισχύοντας την τουριστική ταυτότητα της πόλης και την άυλη πολιτιστική κληρονομιά του τόπου.

Ο γαστρονομικός πλούτος των πρώτων υλών του Ηρακλείου, που βασίζεται σε προϊόντα και πρώτες ύλες όπως το ελαιόλαδο, το κρασί, το μέλι, τα γαλακτοκομικά, τα βότανα, τα φρούτα και τα λαχανικά, καθώς και τα παραγόμενα προϊόντα δημιουργούν ένα ξεχωριστό διατροφικό μοντέλο.

Η πλούσια γαστρονομική κληρονομιά του Ηρακλείου, που περιλαμβάνει τα υλικά, τις τεχνικές – συνταγές και τη γενικότερη διατροφική κουλτούρα της ενδοχώρας του Ηρακλείου θα μπορεί να διατηρηθεί και να διαδοθεί, ενώ παράλληλα θα φέρει τους επισκέπτες – τουρίστες σε άμεση επαφή με τον τόπο του Ηρακλείου και τη φύση, την πηγή της τροφής, εκεί όπου διαμορφώνεται η παράδοση αιώνων.

Ο γαστρονομικός τουρισμός είναι μια μορφή τουρισμού που ανήκει τυπολογικά στις εναλλακτικές μορφές τουρισμού και επιδιώκει βασικά την προβολή των χαρακτηριστικών της τοπικής γαστρονομίας μιας περιοχής. Ο γαστρονομικός τουρισμός απέκτησε τα τελευταία χρόνια τέτοια δυναμική, που πλέον προσφέρεται πληθώρα γαστρονομικών εμπειριών στους ενδιαφερόμενους τουρίστες. Το Ηράκλειο μπορεί να αναδείξει με εξαιρετικό τρόπο την τοπική του κουζίνα τόσο στην παραδοσιακή εκδοχή της όσο και στην πιο μοντέρνα, να αποκτήσει χαρακτηριστική γαστρονομική ταυτότητα και να αναδειχθεί σε έναν πολυδύναμο γαστρο-τουριστικό προορισμό.

Η φιλοσοφία της Κρητικής διατροφής

Η κρητική διατροφή κρύβει μέσα της μια φιλοσοφία ζωής, αναφέρεται στο τρόπο ζωής των κατοίκων, όπου το φαγητό περικλείει ολόκληρο πολιτισμό. Η κρητική διατροφή είναι μια διατροφή υγιεινή και γευστική, με συνταγές που φτάνουν στις μέρες μας από τα βάθη των αιώνων αλλά και με σύγχρονες δημιουργικές παρεμβάσεις, φτιαγμένες πάντα όμως με υψηλής ποιότητας αγνά προϊόντα της ευλογημένης κρητικής γης. Οι τυχεροί που θα επισκεφτούν τους τόπους εστίασης, είτε πρόκειται για μοντέρνα σύγχρονα εστιατόρια στις πόλεις, είτε για μικρές ταβέρνες και καφενεία στην περιφέρεια, θα βιώσουν ανεπανάληπτες εμπειρίες, θα γίνουν κοινωνοί του «ευ ζην» των κατοίκων του νησιού.

Οι κάτοικοι αυτού του φιλόξενου τόπου, στο πέρασμα των χρόνων, έμαθαν να τιμούν τους επισκέπτες τους με τη φιλοξενία που γι’ αυτούς δεν είναι απλά μια συνήθεια, αλλά προσφορά. Σ’ αυτό το πλαίσιο της ιερής προσφοράς της φιλοξενίας αναπτύχθηκαν και οι πανάρχαιες διατροφικές συνήθειες των Κρητικών με ότι απλόχερα προσφέρει η κρητική γη: λάδι, στάρι, κρασί, μέλι, χόρτα και αρωματικά φυτά γίνονται η βάση για την κρητική κουζίνα, που τα τελευταία χρόνια μακρόχρονες επιστημονικές έρευνες αποδεικνύουν τις υγιεινές της ιδιότητες και τη διατροφική της αξία.

Σε όλες τις περιοχές της Κρήτης, όχι μόνο στις τουριστικά αναπτυγμένες, αλλά και στα χωριά της ενδοχώρας υπάρχουν σήμερα εξαιρετικές ευκαιρίες για τον επισκέπτη να απολαύσει τόσο την υπέροχη κρητική κουζίνα, που προσφέρεται σε πάρα πολλές ταβέρνες και παραδοσιακούς χώρους, όσο και τη φιλοξενία σε όμορφους παραδοσιακούς ξενώνες.

Τα τοπικά προϊόντα

Ο πλούτος και η ποιότητα των προϊόντων του νησιού, στο πέρασμα των αιώνων, έχει δημιουργήσει μια κουζίνα με μοναδική γεύση, φρεσκάδα και γνησιότητα. Η φύση της Κρήτης διαθέτει όλη αυτή την ποικιλία των αναγκαίων πρώτων υλών, καθώς και την ανθρώπινη εμπειρία για τη δημιουργία γεύσεων μοναδικών, που συνδυάζονται με τις εποχές και το φυσικό περιβάλλον του νησιού σε μια εξαιρετική ενότητα.

Τα τυροκομικά, το μέλι, τα αρωματικά φυτά, τα χορταρικά και τόσα άλλα προϊόντα των κρητικών βουνών αποτελούν τη βάση για το θαύμα της κρητικής κουζίνας. Η κρητική διατροφή αναγνωρίζεται σήμερα από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα σαν το πλέον αντιπροσωπευτικό και ποιοτικό παράδειγμα της ονομαζόμενης μεσογειακής διατροφής, η οποία έχοντας σαν βάση τα λαχανικά, τα όσπρια, τα φρούτα και τα δημητριακά σε συνδυασμό με τη χρήση του ελαιόλαδου συντελεί στη μακροζωία και την ευζωία.

Η κρητική κουζίνα είναι από τις αρχαιότερες και πλέον εύγευστες γαστριμαργικές παραδόσεις στον κόσμο, με ποικιλία γευστικών και αρωματικών απολαύσεων. Το μυστικό της κρητικής διατροφής βρίσκεται αφενός μεν στην πλούσια ποικιλία των προϊόντων που παράγει η κρητική γη και αφετέρου στο ελαιόλαδο, το οποίο χρησιμοποιείται σε όλα σχεδόν τα πιάτα.

Η ποιότητα του κρητικού ελαιόλαδου

Η ποιότητα του κρητικού ελαιόλαδου είναι γνωστή σ’ όλο τον κόσμο γιατί δεν είναι βιομηχανικό αλλά φυσικό προϊόν που βγαίνει από μια απλή σύνθλιψη της ελιάς, χωρίς εκχυλίσματα και βελτιωτικά πρόσθετα. Είναι το πιο καλό, το πιο ελαφρύ, το πιο γευστικό ελαιόλαδο του κόσμου, ένα προϊόν που καλλιεργείται με φροντίδα και μεράκι και συσκευάζεται αγνό και φυσικό από επιχειρήσεις που δείχνουν το σεβασμό τους τόσο στο προϊόν όσο και στον ίδιο τον καταναλωτή.

Στις ατελείωτες πλαγιές της Κρήτης παράγεται το καλύτερο ελαιόλαδο του κόσμου. Πλούσιο σε άρωμα και γεύση και χαμηλό σε οξύτητα αποτελεί τη βασική πηγή λίπους της κρητικής διατροφής. Η συλλογή του ελαιοκάρπου και η ελαιοποίηση είναι δραστηριότητα για κάθε Κρητικό σχεδόν. Καλλιεργούνται κυρίως δύο είδη ελιάς. Το πρώτο είναι οι λιανές, δέντρα των οποίων ο καρπός είναι σχετικά μικρός αλλά πολυάριθμος. Οι παραγωγοί ραβδίζουν και μαζεύουν τον καρπό τους σε δίχτυα, που έχουν απλώσει από κάτω, ενώ τα δέντρα κλαδεύονται χαμηλά σε σχήμα ομπρέλας.

Η εποχή της συγκομιδής αρχίζει τον Νοέμβρη και συνεχίζεται μέχρι τον Φλεβάρη, ανάλογα το υψόμετρο, το οποίο είναι κυρίως ενδεικτικό για το βαθμό ωρίμανσης. Αν έχουν «λαδώσει» οι ελιές παράγουν περισσότερο και καλύτερο λάδι. Σε άλλες περιοχές, λόγω κυρίως της μορφολογίας του εδάφους, καλλιεργούνται οι τσουνάτες ελιές, μεγάλα δέντρα τα οποία στρώνονται με δίχτυα μόνιμης στρώσης και η συγκομιδή γίνεται κάθε 15 – 20 μέρες από τα δίχτυα. Έτσι η συγκομιδή διαρκεί πολλές φορές μέχρι τον Μάιο ή και τον Ιούνιο.

Οι ελιές μεταφέρονται έπειτα στα ελαιοτριβεία όπου πραγματοποιείται η σύνθλιψη και η εξαγωγή του ελαιολάδου. Διάφοροι είναι και οι τρόποι με τους οποίους λειτουργούν τα εργοστάσια, κάποια έχουν ακόμη μυλόπετρες και πρέσες όπως τα παλιά χρόνια και πραγματοποιούν έτσι ψυχρή σύνθλιψη, άλλα λειτουργούν φυγοκεντρικά και άλλα με βελονισμό. Το ελαιόλαδο που παράγεται εδώ, μοναδικό σε θρεπτικά στοιχεία και γεύση, είναι φημισμένο σε όλον τον κόσμο.

Εξαιρετικής ποιότητας είναι και οι επιτραπέζιες ελιές, οι οποίες παράγονται στην ευρύτερη περιοχή. Οι σελινιώτικες αλατσολιές, μαύρες παστές, οι νερατζολιές, κοφτές και τσακιστές ξιδάτες ή σε χυμό λεμονιού, όλες έχουν το άρωμα της Κρήτης και συνοδεύουν κάθε φαγητό. Πολλές φορές αποτελούν και συστατικό του στοιχείο, όπως στις σουπιές με μάραθο ή στα τσιγαριαστά χόρτα. Ακόμη συνοδεύουν το κρασί ή την τσικουδιά.

Το τυρί κατέχει πρωτεύοντα ρόλο στην κρητική διατροφή

Σημαντική πηγή ασβεστίου και πρωτεϊνών υψηλής βιολογικής αξίας, το τυρί κατέχει πρωτεύοντα ρόλο στην κρητική διατροφή. Λένε πως είναι πηγή κορεσμένων λιπών, ωστόσο οι Κρητικοί που το τρώνε δεν έχουν υψηλά επίπεδα χοληστερόλης. Πιθανότατα οι συνδυασμοί του κρητικού διατροφικού προτύπου να παρέχουν την ιδανική ισορροπία. Στην κρητική διατροφή υπάρχει μια εντυπωσιακή ισορροπία φυσικών προϊόντων που προσφέρουν εκείνο ακριβώς που χρειάζεται ο άνθρωπος για να παραμένει υγιής.

Οι ρίζες της αιγοπροβατοτροφίας στην Κρήτη χάνονται μέσα στους μύθους της αρχαιότητας. Λέγεται πως τα γαλακτοκομικά προϊόντα της Κρήτης έθρεψαν τον μεγάλο θεό, τον Δία, που γεννήθηκε σ’ ένα σπήλαιο, έχοντας συντροφιά και τροφό του μια αίγα, την Αμάλθεια. Από τότε η κτηνοτροφία στην Κρήτη δεν έχει αλλάξει χαρακτήρα. Στηρίζεται σε μικρά ζώα (αίγες, πρόβατα), ενώ οι αγελάδες είναι ελάχιστες.

Επίσης, στηρίζεται στην ελεύθερη βοσκή. Δεν υπάρχουν κτηνοτροφικές επιχειρήσεις που να κρατούν κλεισμένα σε συγκεκριμένο χώρο τα ζώα για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Τα ζώα της Κρήτης είναι όλο τον χρόνο ελεύθερα στα βουνά ή στα χειμαδιά και τρέφονται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα με άγρια χόρτα, με τα κρητικά βότανα και τους θάμνους. Η παραδοσιακή αυτή μορφή κτηνοτροφίας στηρίζεται στην εμπειρία πολλών αιώνων.

Η μόνη ουσιώδης διαφορά της από το παρελθόν έγκειται στο ότι η επεξεργασία του γάλακτος δεν γίνεται πλέον δίπλα στις στάνες αλλά σε σύγχρονες τυροκομικές εγκαταστάσεις, σε εργοστάσια που διατηρούν τις παραδοσιακές μορφές της τυροκομικής, τηρώντας, παράλληλα, όλους τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας των τροφίμων με τρόπο σχολαστικό. Η κρητική γραβιέρα προσφέρει μια γεύση θαυμάσια, όπως συμβαίνει και με τις άλλες ποικιλίες των τυριών του νησιού (κεφαλοτύρι, κεφαλογραβιέρα, ανθότυρο κ.ά.).

Ο φημισμένος τρόπος ψησίματος του κατσικίσιου και αρνίσιου κρέατος

Η φύση της κτηνοτροφικής δραστηριότητας και το γεωφυσικό ανάγλυφο του νησιού ευνοούσε την εκτροφή μικρών ζώων, που βοσκούσαν κυρίως στους ορεινούς του όγκους. Η παραδοσιακή κτηνοτροφία βασίζεται στον πλούτο και στη θρεπτική αξία των γηγενών και ενδημικών βοτάνων με τα οποία τρέφονται τα ζώα και παράγουν υψηλής ποιότητας κρέας και γάλα, για το οποίο είναι περήφανοι οι Κρητικοί.

Ένας φημισμένος τρόπος ψησίματος του κατσικίσιου και αρνίσιου κρέατος είναι το «αντικρυστό», το οποίο συναντάται κυρίως στην ενδοχώρα και έχει τις ρίζες του στο τρόπο ψησίματος που ακολουθούσαν οι βοσκοί στα μιτάτα. Στην κρητική κουζίνα συνηθίζεται και το λευκό κρέας, από οικόσιτα ζώα, όπως κουνέλι και κοτόπουλο.

Το απάκι, τα σύγκλινα και τα ξιδάτα λουκάνικα

Η ιδιαίτερη διαδικασία της παρασκευής τους έχει να κάνει με το «κάπνισμα» του χοιρινού χρησιμοποιώντας αρωματικά φυτά όπως θυμάρι, φασκομηλιά ή δάφνη, τα οποία δίνουν μια ιδιαιτερότητα στη γεύση. Η διαδικασία έχει να κάνει με τη φυσική διατήρηση του κρέατος και την κατανάλωσή του σε μικρές ποσότητες κατά τη διάρκεια του έτους. Σήμερα, το απάκι αντικαθιστά πολλά αλλαντικά ιταλικής και ισπανικής προέλευσης στην ελληνική δημιουργική κουζίνα.

Τα αρωματικά φυτά και τα βότανα

Τα αρωματικά φυτά και βότανα φυτρώνουν παντού στα βουνά, τις καλλιεργούμενες εκτάσεις και τις παραθαλάσσιες περιοχές της Κρήτης. Αρκετά από αυτά είναι ενδημικά, και είναι γνωστά από την αρχαιότητα για τις φαρμακευτικές τους ιδιότητες. Σήμερα, η χρήση τους είναι βέβαια περιορισμένη αλλά όλοι θα πιούν τον χειμώνα μια μαλοτήρα, ένα στομαχόχορτο ή ένα φασκόμηλο. Δεν παραβλέπεται άλλωστε εύκολα το γεγονός ότι η ξεχωριστή γεύση των κρητικών φαγητών οφείλεται στη χρήση κάποιου αρωματικού βοτάνου.

Ο Κρητικός τρώει έξι φορές περισσότερα φρούτα από το μέσο κάτοικο των άλλων μεσογειακών περιοχών

Η ελληνική μυθολογία λέει πως τα εσπεριδοειδή ήταν το δώρο που έκανε η Γαία, η γη, στον γάμο του πατέρα των θεών, του Δία, με την Ήρα. Ο Κρητικός τρώει έξι φορές περισσότερα φρούτα από το μέσο κάτοικο των άλλων μεσογειακών περιοχών και έξι φορές περισσότερα από τον κάτοικο μιας βόρειας χώρας (π.χ. Ολλανδία), όπως έδειξαν σχετικές μελέτες των Α. Keys και D. Kromhout. Οι Ευρωπαίοι περιηγητές που έφταναν στην Κρήτη τον 19ο αιώνα εγκωμίαζαν τα πορτοκάλια του νησιού. Αυτό το θεϊκό δώρο, που κρατήθηκε, σύμφωνα πάντα με την ελληνική μυθολογία, στους κήπους των Εσπερίδων, μακριά από τους ανθρώπους, καλλιεργείται σε μια εκτεταμένη περιοχή στον κάμπο των Χανίων. Μικρότερες καλλιέργειες υπάρχουν στον κάμπο της Μεσαράς, στο Φόδελε του Ηρακλείου και στον Μυλοπόταμο.

Το πορτοκάλι ήταν το κυριότερο χειμωνιάτικο φρούτο, το φρούτο που δεν έλειπε από κανένα κρητικό σπίτι. Αυτή την ίδια συνταγή συνιστούν και σήμερα οι γιατροί. Το πορτοκάλι δεν πρέπει να λείπει από το τραπέζι μας, ο φυσικός χυμός δεν πρέπει να λείπει από τη ζωή μας, τα φρούτα δεν πρέπει να διαδραματίζουν ποτέ δευτερεύοντα ρόλο στη διατροφή μας. Είναι πλούσιες πηγές βιταμίνης C (ιδιαίτερα το πορτοκάλι), πλούσιες πηγές βιταμίνης Β12 (απαραίτητη για την παραγωγή του αίματος), αλλά και των βιταμινών που έχουν αντιοξειδωτική δράση, δηλαδή αντικαρκινική και προστατευτική για καρδιοπάθειες, (A, C και E). Στην Κρήτη οι καλλιέργειες φρούτων είναι παραδοσιακές.

Οι Κρήτες τρώνε τα περισσότερα λαχανικά και χόρτα στον δυτικό κόσμο

Οι Κρήτες τρώνε τα περισσότερα λαχανικά και χόρτα στον δυτικό κόσμο. Καταναλώνουν τριπλάσιες ποσότητες λαχανικών και κηπευτικών απ’ όσα καταναλώνουν οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι. Είναι ένα ακόμη μυστικό καλής υγείας, αφού μ’ αυτόν τον τρόπο προσλαμβάνουν άφθονες φυτικές ίνες, αρκετές ποσότητες βιταμινών και άλλες θρεπτικές ουσίες, απαραίτητες για τον άνθρωπο. Τα λαχανικά βοηθούν την ομαλή λειτουργία του πεπτικού συστήματος και προσφέρουν βιταμίνες απαραίτητες για τον μεταβολισμό διαφόρων ιστών (όπως π.χ. η Β12 για την παραγωγή του αίματος).

Μερικά από τα κηπευτικά της Κρήτης έχουν έρθει από άλλες περιοχές της γης. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εκείνο της ντομάτας, που σήμερα οι ειδικοί ιστορικοί της διατροφής πιστεύουν πως ενσωματώθηκε τόσο γρήγορα στην κουζίνα του νησιού, ώστε να έχει συμβάλει στη διαμόρφωση του χαρακτήρα της κρητικής διατροφής. Η ντομάτα της Κρήτης δεν παράγεται με ορμόνες, ούτε ωριμάζει σε τεχνητές συνθήκες, και ως εκ τούτου περιέχει μεγάλες ποσότητες αντιοξειδωτικών ουσιών.

Τα αγροτικά προϊόντα της Κρήτης, τα αγγούρια, τα κολοκυθάκια και τα άλλα λαχανικά παράγονται σε εύφορες πεδιάδες του νησιού, εκεί που δεν χιονίζει ποτέ και το θερμόμετρο κλίμα επιτρέπει σε μια παρέα ακόμα και στην καρδιά του χειμώνα να γευματίσει στην ύπαιθρο. Οι συνθήκες καλλιέργειας αυτών των προϊόντων είναι περίπου ιδανικές κοντά σε παραλίες του Νότου, από τις οποίες δεν φεύγουν ποτέ τα χελιδόνια, γιατί δεν χρειάζεται να αλλάξουν το ήπιο κλίμα της Κρήτης.

Ο Κρητικός καλλιεργητής είναι ευνοημένος από τη φύση, που κάνει τη δύσκολη δουλειά του πιο εύκολη. Δεν χρειάζεται πετρέλαιο για να κρατά ψηλά τη θερμοκρασία, γιατί έχει σύμμαχό του τον ήλιο, που αναδεικνύει το διακριτικό άρωμα και την ιδιαιτερότητα της γεύσης των κρητικών λαχανικών. Αυτό είναι ένα ακόμη μυστικό των Κρητικών. Μπορούν να τρώνε κάθε μέρα κηπευτικά απολαμβάνοντας τη φυσική γεύση και το άρωμά τους. Η γεύση των κρητικών κηπευτικών προϊόντων είναι αυθεντική και πολύ ελκυστική. Τα πρώιμα κηπευτικά της Κρήτης καλλιεργούνται σε εκτεταμένες θερμοκηπιακές εκτάσεις στην περιοχή της Ιεράπετρας, στη Μεσαρά Ηρακλείου, στα νότια του Ρεθύμνου, στις παραλιακές περιοχές του Σελίνου, της Κισσάμου στα Χανιά και σε άλλες περιοχές.

Το Κρητικό μέλι

Το μέλι περιέχει σάκχαρα διαφορετικά της γλυκόζης, που το καθιστούν ικανό να χρησιμοποιείται ακόμη και σε περιπτώσεις σακχαρώδους διαβήτη. Είναι τροφή πλούσια σε βιταμίνες και αντιοξειδωτικές (κατά του καρκίνου) ουσίες. Η κυριότερη βιταμίνη του μελιού (Ε) μαζί με άλλες ουσίες χρησιμεύει για να απομακρύνει από τον οργανισμό τα βλαπτικά στοιχεία που προέρχονται είτε από τον ίδιο του τον μεταβολισμό είτε από την επίδραση εξωγενών παραγόντων, όπως είναι το κάπνισμα, οι ακτινοβολίες και οι διάφορες καρκινογόνες ουσίες. Το κρητικό μέλι είναι απολύτως φυσικό προϊόν και παράγεται σε περιοχές με ενδημική βλάστηση. Όπως είναι γνωστό σήμερα, το βιοσύστημα του νησιού είναι πλούσιο σε ενδημικά φυτά και ιδιαίτερα σε αρωματικά φυτά. Αυτά προσφέρουν στις κρητικές μέλισσες την αγαπημένη τους τροφή.

Η Κρήτη είναι τόπος πλούσιος σε αυτοφυή φυτά, όπως θυμάρι, φασκόμηλο, βάτο, ρίγανη, πεύκο, ακακίες, κουμαριά, ευκάλυπτος και βέβαια τα καλλιεργούμενα εσπεριδοειδή. Η επεξεργασία του κρητικού μελιού γίνεται με φυσικό τρόπο, χωρίς υψηλές θερμοκρασίες που καταστρέφουν τις βιταμίνες. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, στην Κρήτη δραστηριοποιούνται 2.206 μελισσοκόμοι με 142.856 καταμετρημένες κυψέλες. Η Κρήτη κατατάσσεται τέταρτη σε εθνικό επίπεδο με παραγωγή 1.673 τόνων μελιού το 2004.

Σήμερα οι μελισσοκόμοι μεταφέρουν τις κυψέλες τους ανάλογα με την ανθοφορία σε διαφορετικό κάθε φορά τόπο. Έτσι, νωρίς την άνοιξη τις πηγαίνουν στους πορτοκαλεώνες και γενικά σε χαμηλά υψόμετρα για να συλλέξουν οι μέλισσες χυμούς από τα ανθοφόρα φυτά και αργότερα τις ανεβάζουν σε μεγαλύτερα υψόμετρα, όταν ανθίζουν τα αρωματικά φυτά και βότανα και ιδιαίτερα το θυμάρι που δίνει τα μοναδικά χαρακτηριστικά του στο κρητικό μέλι. Ο «τρύγος» πραγματοποιείται τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο.

Τα κρητικά παξιμάδια

Οι ξένοι περιηγητές που έφταναν στην Κρήτη τον 19ο αιώνα αλλά και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού, περιέγραφαν το ψωμί των Κρητικών όχι με τα καλύτερα λόγια. Ο σοφός Άγγλος Ρόμπερτ Πάσλεϋ (1834), όμως, εντυπωσιάστηκε από το ωραίο μαύρο ψωμί των καλογήρων της Κρήτης, που το παρασκεύαζαν με σιτάρι, κριθάρι και σίκαλη. Μέχρι και τις τελευταίες δεκαετίες οι Κρητικοί έτρωγαν κάθε μέρα μαύρο ψωμί. Λευκό, χωρίς πίτουρο, έτρωγαν μόνο πέντε – έξι φορές τον χρόνο: τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, τον Δεκαπενταύγουστο, σε κάποια τοπική γιορτή και, ίσως, σε κάποια κοινωνική εκδήλωση.

Προϊόν αναγνωρισμένο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το κρητικό παξιμάδι προτιμάται σήμερα από τους καταναλωτές λόγω της υψηλής ποιότητάς του (πολλοί φτιάχνουν παξιμάδι αλλά κανένας δεν φτιάχνει παξιμάδι σαν τους Κρητικούς), λόγω των αγνών φυσικών υλικών, που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή του, αλλά και λόγω της υψηλής διατροφικής του αξίας.

Στα παξιμάδια τρίβουν φρέσκια ντομάτα και τη βάζουν πάνω μαζί με αρωματικά φυτά, τα βρέχουν με ελαιόλαδο και, μερικές φορές, αναμειγνύουν μυζήθρα με την ντομάτα. Πρόκειται για τον ντάκο, που είναι μια ξεχωριστή λιχουδιά αλλά και ένας ξεχωριστός συνδυασμός αγνών φυσικών προϊόντων.

Τα σαλιγκάρια

Ιδιαίτερος και χαρακτηριστικός μεζές της Κρήτης είναι τα σαλιγκάρια ή αλλιώς οι χοχλιοί. Ψήνονται με διάφορους τρόπους, με χόντρο (χτυπημένο σιτάρι), γιαχνί με πατάτες και κολοκύθια, τηγανητοί ή μπουμπουριστοί.

Άλλα προϊόντα

Σταφίδες: Η παρασκευή σταφίδας δείχνει την ευρηματικότητα του ανθρώπου να διατηρήσει σε σχεδόν αφυδατωμένη (αποξηραμένη) μορφή ένα προϊόν που η φύση το χαρίζει μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες. Οι βιταμίνες (Α, Β1, Β2, Β3, Β6 κ.α.) και οι άλλες ουσίες που περιέχονται στη σταφίδα αποτελούν ένα ακόμη μυστικό υγείας για τους Κρητικούς. Τις τρώνε είτε χωρίς επεξεργασία, είτε χρησιμοποιώντας τις για να παρασκευάσουν εξαιρετικά γλυκίσματα, όπως είναι τα σταφιδωτά και τα πατούδα.

Ξηροί καρποί: Οι ξηροί καρποί είναι μια ακόμη αγαπημένη γεύση για τους Κρητικούς. Πλούσιες πηγές λινολεϊκού και λινολενικού οξέος (πολυακόρεστα λιπαρά οξέα απαραίτητα για τη λειτουργία όλων των κυττάρων του σώματός μας) αποτελούν αληθινή ασπίδα για την ομαλή λειτουργία της καρδιάς. Οι ξηροί καρποί της Κρήτης προέρχονται από δέντρα που συνήθως καρπίζουν μόνα τους, χωρίς καλλιεργητικές φροντίδες καθώς οι καρυδιές, οι καστανιές και οι αμυγδαλιές δεν καλλιεργούνται συστηματικά και τα προϊόντα που παράγουν (κανόνας για τα κρητικά είδη διατροφής) είναι απαλλαγμένα εντελώς από χημικά υπολείμματα.

Το χαρούπι: Στο νησί υπάρχουν τα μεγαλύτερα φυσικά δάση χαρουπιάς της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Το χαρούπι αποτελούσε κύριο είδος ζωοτροφής, του οποίου η εκμετάλλευση παρήκμασε τις τελευταίες δεκαετίες. Χρησιμοποιήθηκε και στο διαιτολόγιο των κατοίκων ως βασική πηγή ενέργειας, λόγω των γλυκαντικών ουσιών που διαθέτει αλλά και ως άλευρο. Σήμερα το χαρούπι και τα υποπροϊόντα του επιστρέφουν δυναμικά στις αγορές με καινοτομικά προϊόντα, που αποτελούν κυρίως πρώτες ύλες στη ζαχαροπλαστική και στην αρτοποιία, εκφράζοντας νέες διατροφικές συνήθειες, που έχουν ρίζες στο παρελθόν.

Η αλόη: «Το φυτό της αθανασίας» από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου γνωρίζει μεγάλη ανάκαμψη με εκμεταλλεύσεις που δίνουν πρώτη ύλη στη φαρμακοβιομηχανία και στην παραγωγή φυσικών καλλυντικών. Τα εδάφη κυρίως της ανατολικής Κρήτης αποδεικνύονται κατάλληλα για τις νέες καλλιέργειες και οι παραγωγοί ετοιμάζονται να επενδύσουν σε νέα προϊόντα, με εξαγωγική δυναμική.

Το κρητικό κρασί

Το κρασί είναι στοιχείο συντροφικότητας και κοινωνικής σχέσης. Οι Κρητικοί πίνουν στην παρέα, γελούν και κουβεντιάζουν. Οι σημερινές οινοβιομηχανίες της Κρήτης έχουν αξιοποιήσει τις παραδοσιακές ποικιλίες του σταφυλιού και τη συσσωρευμένη εδώ και αιώνες εμπειρία. Δεν ξεχνούν πως το αρχαιότερο πατητήρι, ηλικίας πάνω των 3.500 ετών, βρίσκεται στην Κρήτη, στις Αρχάνες. Η παράδοση αυτή συμβαδίζει με τη γνώση και την τεχνολογία. Οι Κρήτες οινοπαραγωγοί δεν αρκέστηκαν μόνο στην παράδοση, αλλά συμπλήρωσαν τη γνώση τους με τις νέες εξελίξεις και τις προτιμήσεις των καταναλωτών.

Ειδικοί οινολόγοι δοκιμάζουν ποικιλίες, πειραματίζονται, αναδεικνύουν αρώματα και γεύσεις και προσφέρουν στην κατανάλωση εκλεκτά κρασιά, κρασιά που μπορούν να ικανοποιήσουν όλα τα γούστα και όλες τις απαιτήσεις. Τα κρητικά κρασιά απελασιόν (ονομασίας προελεύσεως) αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη παραδοσιακών ποικιλιών, εναρμονισμένων απολύτως στις κλιματολογικές συνθήκες του νησιού. Κανείς, άλλωστε, δεν ξεχνά πως το αμπέλι καλλιεργείται συστηματικά στο νησί τουλάχιστον για 4.000 χρόνια.

Κυριότερες περιοχές παραγωγής οίνου είναι στο Ηράκλειο οι εξής: Αρχάνες, Πεζά, Μονοφάτσι, «Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης Δαφνές» στο Λασίθι η Σητεία και στα Χανιά οι Κυδωνία και Κίσσαμος.

Ρακί ή τσικουδιά

Το Ρακί ή τσικουδιά περιέχει περίπου 37% αλκοόλ γεγονός που το κατατάσσει στην κατηγορία των πλέον δυνατών αλκοολούχων ποτών. Κάθε φθινόπωρο μετά τη σοδειά του σταφυλιού ποικίλοι εορτασμοί κρασιού ξεκινούν σε όλη την Ελλάδα. Κατόπιν, σειρά έχει η παρασκευή της τσικουδιάς. Το έθιμο του ρακοκάζανου θεσμοθετήθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο το 1920, οπότε και δόθηκαν ειδικές άδειες σε αγρότες με στόχο την οικονομική ενίσχυσή τους μέσα από την παραγωγή τσικουδιάς.

Ως πρώτη ύλη στο ρακοκάζανο μπαίνουν τα τσίκουδα ή στράφυλλα (πολτοποιημένα σταφύλια), απομεινάρια του πατήματος των σταφυλιών για να βγει ο μούστος. Καθώς το καζάνι αρχίζει να βράζει, σταγόνα-σταγόνα αρχίζει να ρέει το πρώτο σώμα του αποστάγματος, το πρωτοράκι, πολύ δυνατή ρακή, σκέτο οινόπνευμα. Όσο συνεχίζεται η απόσταξη, η ρακή παίρνει τις σωστές αναλογίες και βαθμούς. Συνήθως το καζάνι «κλείνει» περίπου στους 18 βαθμούς.

Η μοσχοβολιστή ρακή, αχνιστή ακόμη, δίνει το σύνθημα για τρικούβερτο γλέντι. Η κρητική ρακή δεν είναι απλά ένα τοπικό προϊόν. Είναι η ταυτότητα μιας κουλτούρας και εκφράζει την κρητική φιλοξενία.

Διαβάστε επίσης:

Νάξος: Στον τελευταίο ξυλόφουρνο της Απειράνθου, πριν ξυπνήσει το χωριό

Κωνσταντινούπολη: Κάναμε ένα γαστρονομικό οδοιπορικό στην Πόλη

Δράμα: Εκεί όπου το κρασί ανεβαίνει όλο και ψηλότερα