Η σχέση μου με τη Νάξο ξεκινάει από τα φοιτητικά μου χρόνια, τότε που αναζητούσαμε μεγάλες αμμουδερές παραλίες για τα μεταμεσημβρινά μπάνια, όπου μας έκαιγε ο αδυσώπητος κυκλαδίτικος ήλιος, αλλά και τις βραδινές μας εξορμήσεις. Με μια κιθάρα και λίγα (ή ενίοτε περισσότερα) ποτά, στήναμε κάθε βράδυ πάρτι. Οι παρέες μεγάλωναν και στο τέλος ενώνονταν. Κι οι νύχτες έπαιρναν το δικό τους χρώμα. Η πλούσια ενδοχώρα του μεγάλου αυτού νησιού εξασφάλιζε ότι οι διακοπές μας θα είχαν ενδιαφέρον και ποικιλία. Και οι τοπικές παραγωγές γέμιζαν το τραπέζι μας με πεντανόστιμα παραδοσιακά προϊόντα. Στην καινούργια της φάση, η σχέση μου με τη Νάξο ανανεώθηκε χάρη σε έναν καλό μου φίλο που μου έδειξε βίντεο και φωτογραφίες από τις διακοπές του σε μια ονειρεμένη αμμουδιά, που έμοιαζε ψεύτικη. Τα καταγάλανα νερά παιχνίδιζαν με τις ακτίνες του ήλιου. Ρώτησα αν είναι τεχνητή νοημοσύνη. Μετά την αρνητική του απάντηση, άρχισα να ψάχνω στα πέρατα της γεωγραφίας, επειδή τυχαίνει να είναι μεγάλος ταξιδευτής. Μπαχάμες, Σεϋχέλλες, Κανκούν, «Ξέχνα το, στη Νάξο είναι», μου είπε και κλείσαμε τις δυο επόμενες σεζόν στη συγκεκριμένη παραλία. Θα σας πω σε λίγο πού ακριβώς βρίσκεται το ειδυλλιακό αυτό σημείο.
Η δεύτερη Νάξος
Η πρώτη μου Νάξος ήταν η Νάξος της νιότης. Παραλία, παρέα, φαγητό, ποτό και ξενύχτι. Ένα νησί όπου ξοδεύαμε όλη την ανεμελιά των φοιτητικών διακοπών χωρίς να είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε οποιονδήποτε προγραμματισμό. Αρκούσε να ακολουθήσεις το ρεύμα και τις πληροφορίες που συγκέντρωνες κάθε μέρα. Η δεύτερη Νάξος ήταν διαφορετική. Ήταν η Νάξος των διαδρομών. Των μικρών ανακαλύψεων. Των χωριών που δεν επισκέπτεσαι απλώς για να βγάλεις μια φωτογραφία και να φύγεις. Ήταν η Νάξος όπου κάθε μετακίνηση μπορούσε να αποτελέσει την αφορμή για μια ολόκληρη ημέρα εξερεύνησης και όπου ένα γεύμα μπορεί να εξελιχθεί στο βασικό γεγονός της ημέρας. Και, φυσικά, ήταν η Νάξος εκείνης της παραλίας στις Αμμοθίνες της Πλάκας. Μια απέραντη αμμουδερή παραλία, όπου είχες την αίσθηση παντού ότι ιδιωτεύεις, παρά τον πολύ τουρισμό. Και τον Ιούνιο, ακόμη και τον Ιούλιο. Η εικόνα είναι σχεδόν υπερβολικά όμορφη για να είναι αληθινή. Απέραντη αμμουδιά και νερά με αποχρώσεις του γαλάζιου που, αν τα δεις σε φωτογραφία, είναι λογικό να υποθέσεις ότι κάποιος το παράκανε με τα φίλτρα.
Υπάρχουν ακόμη ο Άγιος Προκόπιος, η Αγία Άννα εκτός από την Πλάκα, οι μεγάλες αμμουδιές που αποτελούν σταθερές επιλογές για όποιον επισκέπτεται το νησί. Αλλά η Νάξος είναι αρκετά μεγάλη ώστε να μπορείς να δημιουργήσεις τον δικό σου προσωπικό χάρτη με παραλίες που έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, ανάλογα με την παρέα, τη διάθεση και τους ανέμους. Αλυκό, Πυργάκι, Αγιασός, Γλυφάδα, Καστράκι, Μικρή Βίγλα, Κέδρος, Ψιλή Άμμος, Πνιγμένου. Κέφι για εξερεύνηση να έχεις κι η Νάξος θα σε ανταμείψει.
Η διαδρομή προς την ενδοχώρα
Το πλεονέκτημα του μεγάλου αυτού νησιού είναι ότι, μέσα σε σχετικά μικρές αποστάσεις, αλλάζει τελείως η εικόνα γύρω σου. Αφήνεις πίσω σου τη θάλασσα και τις παραλιακές ξαπλώστρες και αρχίζεις να ανεβαίνεις προς μια άλλη εκδοχή του νησιού.
Πιο ορεινή. Πιο πράσινη. Πιο γήινη. Πιο παραδοσιακή. Πιο αυθεντική. Η διαδρομή προς τα χωριά δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν υποχρεωτική εκδρομή ανάμεσα σε δύο μπάνια. Είναι ίσως το πιο σημαντικό κομμάτι του ταξιδιού. Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι η Νάξος δεν είναι μονάχα ένα κυκλαδίτικο νησί με ωραίες παραλίες. Είναι ένας τόπος με παραγωγή, ιστορία και μια ενδοχώρα που εξακολουθεί να έχει τον δικό της ρυθμό.
Πρώτη μεγάλη στάση, η Απείρανθος, το χωριό του Μανώλη Γλέζου. Τον θυμάμαι σε ένα γεωλογικό συνέδριο για το Αιγαίο να μιλάει τρυφερά για τον τόπο του αλλά και για το έργο που άφησε πίσω του ως κοινοτάρχης, όχι μόνο στις υποδομές, αλλά και τα μουσεία (το Αρχαιολογικό Μουσείο, το Γεωλογικό Μουσείο, το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, το Μουσείο Λαϊκού Πολιτισµού που αξίζει να επισκεφθείτε) αλλά και τον Συνεταιρισμό Παραδοσιακής Τέχνης Γυναικών του Απεράθου, που φτιάχνουν υφαντά στις κρεβαταριές τους. Το χωριό με τα μαρμάρινα σοκάκια και την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του, που μέρος της είναι κληρονομιά από τους ενετικούς χρόνους, δεν προσφέρεται για βιαστικούς ταξιδιώτες. Η μέθοδος είναι απλή: αφήνεις το αυτοκίνητο και περπατάς.
Ανεβαίνεις και κατεβαίνεις στα στενά, στους πρόποδες του όρους Φανάρι σε υψόμετρο 600 μέτρων, περνάς από παλιά σπίτια, μέσα από χαμηλές πέτρινες περίτεχνες καμάρες, μικρά μαγαζιά και πλατείες και αφήνεις το χωριό να σου αποκαλύψει τον χαρακτήρα και την κληρονομιά του. Η Απείρανθος δεν χρειάζεται πολλές συστάσεις. Έχει αυτή τη σπάνια ιδιότητα να σε κάνει να αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι ταυτόχρονα σε έναν μοναδικό τόπο και σε μια Ελλάδα που μοιάζει να έχει διατηρήσει κάτι από τους εσωτερικούς κώδικες της Ιστορίας της, που έφεραν μαζί τους οι Κρητικοί έποικοι στον πανέμορφο αυτό τόπο. Και φυσικά, μετά από αρκετό περπάτημα, έρχεται η ώρα για στάση.
Τα καφενεία είναι μέρος της εμπειρίας. Εκεί η ημέρα επιβραδύνει. Παραγγέλνεις καφέ, κοιτάζεις τον κόσμο που περνά και, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, οι λουκουμάδες κάνουν την εμφάνισή τους. Ζεστοί, τραγανοί και όσο πρέπει γλυκοί, είναι από εκείνα τα απλά πράγματα που τελικά μένουν στη μνήμη περισσότερο από ένα ακριβό και περίπλοκο γεύμα. Η Απείρανθος έχει επίσης έντονη γαστρονομική παρουσία, με παραδοσιακές ταβέρνες κατά μήκος του κεντρικού δρόμου και στα γύρω στενά. Η Ταβέρνα Λευτέρης αποτελεί χαρακτηριστική στάση μέσα στον οικισμό, ενώ και το «Στου Κούτουπα» κινείται στο ίδιο πνεύμα της παραδοσιακής κουζίνας και του καφενείου.
Ένα μπακάλικο-χρονομηχανή
Μια από τις πιο απρόσμενες στάσεις του ταξιδιού βρίσκεται στο Φιλώτι. Εκεί, στην παλιά εμπορική γειτονιά του Φασολά, μπορεί κανείς να κάνει μια μικρή διαδρομή πίσω στον χρόνο. Και στο κέντρο αυτής της διαδρομής βρίσκεται το παλιό μπακάλικο του Σμιλομιχάλη. Μόνο που εδώ το «μπακάλικο» δεν περιγράφει ακριβώς αυτό που θα συναντήσεις. Ο χώρος λειτουργεί σχεδόν σαν μουσείο της ελληνικής καθημερινότητας και του εμπορίου. Στα ράφια και στις προθήκες του έχουν διατηρηθεί χιλιάδες παλιές συσκευασίες προϊόντων, αντικείμενα και εμπορικά σήματα μιας άλλης εποχής. Από την Καλμαλίνη και το Μπρίλκριμ μέχρι τους τοματοπολτούς του Κύκνου και της Γκρέκα. Μπροστά σου περνούν, μέσα από κουτιά, ετικέτες και διαφημιστικές συσκευασίες, πολλές δεκαετίες της ελληνικής καταναλωτικής ιστορίας. Και το ενδιαφέρον είναι ότι δεν χρειάζεται να έχεις ζήσει εκείνη την εποχή για να νιώσεις μια περίεργη νοσταλγία. Μια παλιά συσκευασία μπισκότων. Ένα κουτί σαπουνιού. Ένα προϊόν που θυμάσαι από το σπίτι των παππούδων σου. Ή κάτι που έχεις δει μόνο σε παλιές ελληνικές ταινίες.
Το τραπέζι ως ταξιδιωτικός προορισμός
Και εδώ αρχίζει ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο της Νάξου: το φαγητό. Η ναξιώτικη γη έχει το προνόμιο να παράγει τόσο πολλά και τόσο διαφορετικά προϊόντα, ώστε το φαγητό στο νησί δεν είναι απλώς μια τουριστική υποχρέωση. Είναι μέρος της ταυτότητάς του. Πατάτες. Τυριά. Κρέας. Λαχανικά. Γραβιέρα. Αρσενικό (όχι τα θανατηφόρο χημικό στοιχείο, αλλά το ντόπιο κορυφαίο τυρί που αν παλαιωθεί σωστά ανταγωνίζεται τα καλύτερα γαλλικά τυριά). Κίτρο. Όλα αυτά δεν βρίσκονται απλώς σε ένα ράφι για να τα πάρεις μαζί σου φεύγοντας, κάτι που ασφαλώς θα κάνεις στο τέλος (εγώ κάθε φορά αγοράζω και γραβιέρα Πιτταρά και παλαιωμένο αρσενικό Μπαμπούνη). Μπαίνουν στο καθημερινό μας τραπέζι. Και ένα από τα πράγματα που αξίζει να κάνει κανείς στη Νάξο είναι να αφιερώσει χρόνο στο φαγητό. Όχι να φάει γρήγορα για να προλάβει την επόμενη παραλία, αλλά να αντιμετωπίσει το γεύμα ως μια ιεροτελεστία της κάθε ημέρας. Στη Νάξο υπάρχουν εστιατόρια που βρίσκεις επειδή περνάς απ’ έξω και αποφασίζεις να καθίσεις. Και υπάρχουν κι εκείνα για τα οποία μπαίνεις στο αυτοκίνητο με πολύ συγκεκριμένο προορισμό.
Εδώ μπαίνει ο προορισμός του «Βασιλαρακιού», στον Κινίδαρο την πατρίδα των διάσημων μουσικών Κονιτόπουλων, μια στάση που αξίζει να παρουσιαστεί όχι σαν «ένα ακόμη εστιατόριο», αλλά ως μέρος της προσωπικής χαρτογράφησης του νησιού.
Η σχέση του μαγαζιού με το κρέας δεν είναι τυχαία. Η οικογενειακή του ιστορία συνδέεται με το κρεοπωλείο, και αυτή η γνώση της πρώτης ύλης φαίνεται να αποτελεί βασικό στοιχείο της ταυτότητάς του. Ένας μετανάστης από την Αμερική που επέστρεψε πριν από τρεις γενιές στην αρχή δημιούργησε το κρεοπωλείο κι αργότερα αποφάσισε να προσφέρει στους ντόπιους κι ένα μοναδικό γαστρονομικό στέκι που μέχρι σήμερα γνωρίζει μεγάλες δόξες. Το κρέας, τα τοπικά προϊόντα και οι παραδοσιακές γεύσεις βρίσκονται στο επίκεντρο ενός τραπεζιού που ταιριάζει απόλυτα με τον χαρακτήρα της ορεινής Νάξου. Οι καλύτερες κοπές, ψημένες σωστά, κάποιες φορές καλύτερα από τα διάσημα κρεατομάγαζα της πρωτεύουσας. Και μετά από ένα τέτοιο τραπέζι, το σωστό είναι να μην επιστρέψεις αμέσως στο αυτοκίνητο. Να αφήσεις λίγο χρόνο. Να συνεχίσεις τη διαδρομή. Να βρεις ένα καφενείο, χωμένο στα γραφικά στενά. Και, αν η ώρα το επιτρέπει, να παραγγείλεις λουκουμάδες. Η Νάξος είναι από τα νησιά όπου οι καλύτερες ημέρες δεν είναι απαραίτητα εκείνες που είχες οργανώσει από το προηγούμενο βράδυ.
Ηλιοβασιλέματα
Μια από τις αδυναμίες μου τα καλοκαίρια είναι να τρώω ψαράκι δίπλα στη θάλασσα, την ώρα του ηλιοβασιλέματος. Αυτό είναι αρκετά περιοριστικό ως προς τον προσανατολισμό της κατάλληλης ψαροταβέρνας, επομένως χρειάζεται οργάνωση εκ των προτέρων, αλλά αξίζει τον κόπο να το προσπαθήσετε. Πιο εύκολη λύση αν μένετε στο δυτικό παραλιακό μέτωπο, είναι η ταβέρνα ο Παράδεισος, στο Μάραγκα. Διαλέγετε το φρέσκο ψάρι σας και μέχρι να ψηθεί, παίρνετε θέση στην παραλία περιμένοντας το ηλιοβασίλεμα. Αν είστε τυχεροί μπορεί να περάσουν πλανόδιοι μουσικοί, που δίνουν στην έξοδό σας και την καλλιτεχνική της διάσταση. Αν σας πιάσει το κοσμοπολίτικό σας, ίσως η καλύτερη επιλογή είναι το Dal Professore στην παλιά πόλη της Νάξου, αρκεί να βρείτε τραπέζι στην πρώτη σειρά. Η ζωντάνια του λιμανιού απέναντι, του οποίου γίνεσαι ουσιαστικά μέρος, καθώς την ώρα της δύσης ανάμεσα από τα πολυτελή γιοτ, επιστρέφουν οι ψαρόβαρκες με την ψαριά της ημέρας, σε ηλεκτρίζει, ενώ τα χρώματα της δύσης σε μαγεύουν. Το service στο ιταλικό εστιατόριο είναι θεϊκό και όλα τα πιάτα εξαιρετικά, με τις ανάλογες βέβαια τιμές. Την ιερή ώρα του ηλιοβασιλέματος για ποτά ή απεριτίφ η παρέα μου πήγαινε στην Tortuga, ένα προσεγμένο μπαράκι με καθαρά ποτά και συμπαθητική μουσική.
Στις Εγγαρές
«Αν ο Παράδεισος βρισκόταν στη Γη, θα ήταν εδώ», στις Εγγαρές, είχε γράψει ο Νίκος Καζαντζάκης στο εξαιρετικό έργο του «Αναφορά στον Γκρέκο». Το καταπράσινο αυτό χωριό, μόλις επτά χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα του νησιού, με τρεχούμενα νερά και πλούσιους μπαξέδες είναι σαν ένας μεγάλος κήπος εσπεριδοειδών, όπου καλλιεργείται το διάσημο ναξιώτικο κίτρο και όλες οι ντόπιες παραγωγές: βερίκοκα, ντομάτες, κολοκυθάκια, μελιτζάνες, πορτοκάλια, λεμόνια, καρπούζια και φυσικά πατάτες. Όλα τα προϊόντα των Εγγαρών μπορείτε να τα γευθείτε στο εστιατόριο του Χάρη, μια ταβέρνα που σερβίρει παραδοσιακά πιάτα, με πιο διάσημο την ομελέτα με τα δέκα αυγά από αλανιάρες κότες. Δεν το τόλμησα, αλλά προτίμησα το νόστιμο σπιτικό φαγητό με ντόπια κρέατα.
Στάση στο Χαλκί
Κάθε ταξίδι χρειάζεται και τις δικές του σταθερές. Εκείνα τα μέρη που δεν βρίσκονται απαραίτητα στους κλασικούς ταξιδιωτικούς οδηγούς, αλλά γίνονται μέρος της προσωπικής σου διαδρομής. Για εμάς, μία από αυτές τις στάσεις ήταν το Χαλκί. Και ο λόγος; Το σουβλάκι. Υπάρχουν, βεβαίως, ατελείωτες συζητήσεις για το πού βρίσκεται το καλύτερο σουβλάκι της Νάξου – και κάθε ντόπιος ή τακτικός επισκέπτης φαίνεται να έχει τη δική του αδιαπραγμάτευτη άποψη. Στη Χώρα, για παράδειγμα, το Souvlaki of Makis είναι μία από τις πιο δημοφιλείς επιλογές, με ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία στις κριτικές των επισκεπτών. Αλλά οι καλύτερες ταξιδιωτικές ανακαλύψεις δεν κρίνονται πάντα με βαθμολογίες. Στο Χαλκί, το σουβλάκι γίνεται η δική μας μικρή εμμονή, εκεί δίπλα και μέσα στο αρχοντικό του Βαλληνδρά. Μια στάση που αξίζει να βάλεις στη διαδρομή σου, όχι επειδή χρειάζεται να αποδείξεις ότι είναι αντικειμενικά «το καλύτερο», αλλά επειδή μετά από μια μέρα εξερεύνησης έχεις ακριβώς αυτό που χρειάζεσαι: απλό, χορταστικό, σωστό φαγητό. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ναξιώτικο πράγμα από όλα. Να μη χρειάζεται κάθε γεύμα να είναι γαστρονομικό γεγονός.
Η Χώρα, η Πορτάρα και η επιστροφή
Και ύστερα, αργά ή γρήγορα, επιστρέφεις στη Χώρα. Η Πορτάρα, η εντυπωσιακή πύλη του ναού του Απόλλωνα, είναι εκεί. Την είχα δει δεκάδες φορές στα φοιτητικά μου χρόνια. Τότε ήταν σχεδόν δεδομένη. Μέρος του τοπίου. Το σημείο που όλοι φωτογραφίζονταν και που εμείς περνούσαμε βιαστικά, γιατί κάπου αλλού μας περίμενε μια παραλία, μια παρέα ή μια βραδινή έξοδος. Τώρα τη βλέπω διαφορετικά. Ίσως επειδή όσο μεγαλώνεις αρχίζεις να επιστρέφεις στα ίδια μέρη με διαφορετικές ταχύτητες. Στα είκοσί σου θέλεις να προλάβεις τα πάντα. Αργότερα καταλαβαίνεις ότι δεν χρειάζεται. Κάθεσαι λίγο περισσότερο. Κοιτάζεις το ηλιοβασίλεμα. Αφήνεις το κινητό στην άκρη. Δεν προσπαθείς να μετατρέψεις κάθε στιγμή σε απόδειξη ότι βρέθηκες εκεί.
Το εστιατόριο Αποθηκάρι, ένα παλιό φαρμακείο, σου δίνει το χρόνο να απολαμβάνεις την Πορτάρα μαζί με ωραιότατα ψαγμένα πιάτα, που κουβαλάνε μέσα τους όλη τη γευστική παλέτα της Νάξου, αλλά φέρνουν αέρα και από άλλες γωνιές της Μεσογείου. Στο βάθος μερικές χιλιάδες τουρίστες παρακολουθούν κάτω από την Πορτάρα το άρμα του Απόλλωνα να χρωματίζει τον ορίζοντα με εκείνα τα μοναδικά χρώματα του δειλινού.
Και κάπως έτσι συνειδητοποιώ ότι η Νάξος είναι ίσως το ιδανικό νησί για επιστροφές. Μπορείς να έρθεις φοιτητής και να θυμάσαι μόνο τις παραλίες και τις νύχτες. Να επιστρέψεις αργότερα και να ανακαλύψεις ξανά με άλλο πρίσμα την Απείρανθο, το Φιλώτι, τον Κινίδαρο, το Χαλκί, τις Εγγαρές και τα άλλα χωριά της ενδοχώρας. Να σταθείς μπροστά σε παλιές συσκευασίες προϊόντων σε ένα μπακάλικο που μοιάζει να έχει ξεχάσει να περάσει στον 21ο αιώνα. Να φας σε ένα τραπέζι που κρατάει ώρες. Να ψάξεις το καλύτερο σουβλάκι. Να σταματήσεις για λουκουμάδες σε ένα καφενείο. Και, φυσικά, να ανακαλύψεις μια παραλία που σε κάνει να ρωτήσεις σοβαρά αν η φωτογραφία είναι αληθινή ή προϊόν τεχνητής νοημοσύνης. Η απάντηση, ευτυχώς, είναι απλή κι είναι αληθινή. Είναι η δική μου Νάξος. Γιατί τελικά δεν αλλάζουν μόνο οι τόποι όταν τους επισκεπτόμαστε ξανά. Αλλάζουμε κι εμείς. Και η Νάξος έχει αρκετό χώρο για να φιλοξενήσει όλες αυτές τις διαφορετικές εκδοχές μας.
*O Νικόλας Βαφειάδης είναι δημοσιογράφος.
Το άρθρο αποτελεί προσωπική άποψη και αφήγηση του γράφοντος. Το περιεχόμενο δημοσιεύεται όπως παραδόθηκε από τον δημιουργό του, χωρίς ουσιαστική παρέμβαση από την ομάδα του Travel.gr, πέραν των απαραίτητων συντακτικών ή τεχνικών διορθώσεων.
Διαβάστε ακόμα:
Λένα Βλασταρά: Άφησε την Αθήνα και άνοιξε βιβλιοπωλείο στην ορεινή Απείρανθο στη Νάξο

