Στη φροντισμένη πλατεία της Νέας Φώκαιας, εκεί όπου τα καλοκαιρινά απογεύματα κρατούν μέχρι αργά και ο κόσμος γεμίζει τα τραπέζια κάτω από τα δέντρα, υπάρχει ένα καφενείο που έχει τη δική του ξεχωριστή θέση στην ιστορία του χωριού. Είναι ένα μαγαζί που κουβαλά σχεδόν έναν αιώνα οικογενειακής ιστορίας, αλλαγών, δυσκολιών και ανθρώπων που πέρασαν από τα τραπέζια του. Και πίσω από τον πάγκο βρίσκεται σήμερα ο Νίκος Αϊβαλιώτης, τρίτη γενιά της οικογένειας, που πήρε το καφενείο το 1998 και, χωρίς να χάσει τον χαρακτήρα του, το έφερε σιγά σιγά στη μορφή που έχει σήμερα.
Για τους περισσότερους, όμως, είναι απλά ο «κυρ Νίκος». Το προσωνύμιο δεν έχει να κάνει τόσο με την ηλικία του. Του το κόλλησαν τα παιδιά που δουλεύουν στα γύρω ξενοδοχεία και, όταν τελειώνει η βάρδιά τους, καταλήγουν στο μαγαζί του για φαγητό. Κι έμεινε. Όπως μένουν συνήθως τα παρατσούκλια που γεννιούνται από οικειότητα και αγάπη. Η οικογενειακή αφήγηση τοποθετεί την αρχή του μαγαζιού στο 1928. Τότε ήταν μικρότερο. Ο ίδιος το διαπίστωσε πολλά χρόνια αργότερα, όταν, κατά τη διάρκεια εργασιών, έβγαλε τους παλιούς σοβάδες και είδε στον τοίχο τα σημάδια που μαρτυρούσαν τον αρχικό διαχωρισμό του χώρου.
Πρώτος το είχε ο παππούς του από την πλευρά της μητέρας του. Μετά τον θάνατό του, τη δεκαετία του 1950, το ανέλαβε για λίγα χρόνια ο πατέρας του και αργότερα ο αδελφός της μητέρας του, που υπηρετούσε τότε ως χωροφύλακας στην Κρήτη, παραιτήθηκε, επέστρεψε στη Νέα Φώκαια και συνέχισε τη λειτουργία του καφενείου. Έτσι το μαγαζί έμεινε στην οικογένεια και, όπως όλα δείχνουν, η σκυτάλη περνά πλέον στην τέταρτη γενιά.
Το υπόγειο και μια ιστορία από τα χρόνια της Κατοχής
Υπάρχει όμως και μία ιστορία που μας πηγαίνει ακόμη πιο πίσω. Στο βάθος του καταστήματος υπήρχε παλαιότερα ένα μικρό υπόγειο. Σύμφωνα με όσα έχουν μεταφερθεί στην οικογένεια, στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής ο παππούς του είχε κρύψει εκεί ανθρώπους. Ο κυρ Νίκος έχει συναντήσει, όπως λέει, αναφορές σε βιβλία τόσο για το περιστατικό όσο και για τη γιαγιά του. Δεν το αφηγείται με στόμφο. Το λέει σχεδόν σαν μία ακόμη ψηφίδα της ιστορίας ενός κτιρίου που έχει δει να περνούν ολόκληρες γενιές.
Φαγητό της ημέρας από το σπίτι
Το 1998 ήρθε η σειρά του. Ο θείος του είχε πλέον φτάσει στη σύνταξη. Οι δυο τους είχαν πολύ στενή σχέση και, όπως θυμάται ο ίδιος, ο θείος του τον είχε σαν γιο του. Μια μέρα πήγε στο σπίτι και τον ρώτησε αν ήθελε να αναλάβει το καφενείο. Ο κυρ Νίκος δέχτηκε. Ο χώρος ήταν περίπου ο ίδιος, αλλά το κτίριο χρειαζόταν δουλειά. Έβγαλε σοβάδες και κουφώματα, προσπάθησε αρχικά να αφήσει εμφανές το παλιό τούβλο, όμως γρήγορα κατάλαβε ότι το υλικό δεν μπορούσε να διατηρηθεί σε καλή κατάσταση.
Τα παλιά τούβλα, όπως θυμάται, ήταν τόσο εύθραυστα που ορισμένα διαλύονταν στο χέρι. Έτσι το κτίριο σοβατίστηκε ξανά, μπήκαν νέα κουφώματα, νέα σκεπή, πλακάκια και δημιουργήθηκαν οι τουαλέτες στο παλιό υπόγειο. Το μαγαζί, όμως, παρέμενε τότε ένα κλασικό ελληνικό καφενείο. Καφέδες, τάβλι, χαρτιά, τσίπουρο και μικρά πιάτα που έρχονταν από το σπίτι.
Ο θείος του, όταν ήταν νεότερος, έφερνε κι εκείνος μεζεδάκια. Αργότερα, όταν πια δυσκολευόταν, είχε περιοριστεί στο τσίπουρο και στα στραγάλια. Όταν ανέλαβε ο κυρ Νίκος, οι μεζέδες επέστρεψαν. Τους ετοίμαζαν στο σπίτι η γυναίκα του και η πεθερά του και έφταναν στο καφενείο μέσα σε ταψιά. Κεφτεδάκια, τας κεμπάπ, σουπιές και ό,τι άλλο είχε μαγειρευτεί εκείνη την ημέρα.
Από τα σουβλάκια του 2005 στη σημερινή κουζίνα
Η μεγάλη αλλαγή ήρθε σταδιακά. Περίπου το 2005-2006 μπήκαν τα σουβλάκια. Στην αρχή διατίθεντο κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες, από τον Μάιο μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου. Τον χειμώνα το μαγαζί επέστρεφε στη γνώριμη λειτουργία του καφενείου, με τσίπουρο και σπιτικούς μεζέδες.
Πριν από περίπου 9 χρόνια δημιουργήθηκε κανονική κουζίνα, μπήκε φούρνος και ήρθε επαγγελματίας μάγειρας. Από τότε το καφενείο άρχισε να λειτουργεί στη σημερινή του μορφή, χειμώνα και καλοκαίρι. Τα μεσημέρια, όμως, η κουζίνα εξακολουθεί να έχει έντονα οικογενειακό χαρακτήρα. Η γυναίκα του κυρ Νίκου φτιάχνει καθημερινά μαγειρευτά, από εκείνα που θυμίζουν περισσότερο τραπέζι σπιτιού παρά επαγγελματική κουζίνα, με μεγάλες, γενναιόδωρες μερίδες και γεύσεις που βασίζονται στην απλότητα και στο καλό υλικό. Στη σχάρα ψήνονται τα μεγάλα μπιφτέκια, μοσχαρίσια ή αρνίσια, ενώ από την κουζίνα βγαίνουν μουσακάς και άλλα πιάτα ημέρας που έχουν γίνει σταθερές επιλογές του μαγαζιού.
Η επιχείρηση παραμένει οικογενειακή, με την οικογένεια παρούσα στην καθημερινή λειτουργία, αλλά ταυτόχρονα απασχολεί και αρκετούς νέους ανθρώπους, ιδιαίτερα τους μήνες της αυξημένης κίνησης. Και αυτή ίσως είναι η μεγαλύτερη επιτυχία του μαγαζιού: ότι μεγάλωσε, χωρίς να χάσει την αίσθηση του καφενείου και του οικογενειακού τραπεζιού. Το καλοκαίρι οι ώρες λειτουργίας έχουν αποκτήσει σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Ο κυρ Νίκος θυμάται ότι ήδη πριν από τουλάχιστον 15 χρόνια το καφενείο έμενε ανοιχτό μέχρι πολύ αργά. Μεγάλο μέρος αυτής της νυχτερινής κίνησης οφειλόταν στους εργαζόμενους των γύρω ξενοδοχείων. Υπήρχαν βράδια που το μαγαζί έμενε κλειστό για μία ώρα, για μισή ή και καθόλου. Τα τελευταία δύο χρόνια, όπως λέει χαμογελώντας, κατάφερε επιτέλους να το κλείνει για δύο ή τρεις ώρες. Κάθε Κυριακή, πάντως, η συνήθεια παραμένει η ίδια. Μετά την εκκλησία, οι κάτοικοι μαζεύονται στα τραπέζια και η πλατεία γεμίζει. «Γίνεται ένας χαμός», λέει ο ίδιος. Και μάλλον αυτή είναι η πιο ακριβής περιγραφή.
Ταξίδια, άλογα και μικρά καφενεία στα βουνά
Ο κυρ Νίκος έχει φίλους σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό. Αγαπά τα άλογα, τους ανθρώπους, το καλό φαγητό και εκείνα τα μέρη όπου η φιλοξενία δεν χρειάζεται να αποδειχθεί με πολλά λόγια. Τον χειμώνα, όταν η Χαλκιδική ησυχάζει, ταξιδεύει συχνά στα βουνά και ψάχνει μικρά καφενεία, παντοπωλεία και εκείνα τα παράξενα υβρίδια μιας άλλης Ελλάδας, χώρους που μπορεί να είναι ταυτόχρονα καφενείο, μανάβικο, χασάπικο και παντοπωλείο. Ίσως γιατί σε αυτά αναγνωρίζει κάτι δικό του. Την απλότητα, τη γενναιοδωρία, την αίσθηση ότι δεν χρειάζεται να στηθεί μια «εμπειρία» για να είναι αυθεντική.
Τα «μυστικά» της Νέας Φώκαιας είναι για να μοιράζονται
Η Νέα Φώκαια έχει πολλά πρόσωπα. Έχει τον μεσαιωνικό Πύργο που δεσπόζει πάνω από τη θάλασσα, το Αγίασμα του Αποστόλου Παύλου μέσα στη λαξευμένη στον βράχο σπηλιά, το παραλιακό μέτωπο, την αγορά και τις καλοκαιρινές βραδιές που κρατούν μέχρι αργά. Έχει όμως και την πλατεία της. Και στην πλατεία, το καφενείο του κυρ Νίκου εξακολουθεί να λειτουργεί σαν ένα μικρό κέντρο βάρους του χωριού.
Εκεί συναντώνται οι άνθρωποι που ζουν μόνιμα στη Φώκαια, εκείνοι που επιστρέφουν κάθε καλοκαίρι, τα παιδιά που δουλεύουν στα ξενοδοχεία, οι νέοι άνθρωποι που εργάζονται στο ίδιο το καφενείο, οι επισκέπτες που κάποιος φίλος τούς είπε «πήγαινε εκεί» και όσοι απλά κάθισαν τυχαία μία φορά και μετά ξαναγύρισαν. Από το 1928 έως σήμερα, άλλαξαν τρεις γενιές οι τοίχοι, η σκεπή, τα πατώματα και η κουζίνα. Αυτό που δεν άλλαξε είναι η βασική ιδέα ενός ελληνικού καφενείου, να υπάρχει πάντα μια καρέκλα ακόμη για εκείνον που θα περάσει την πόρτα.
Και ίσως γι’ αυτό, σχεδόν έναν αιώνα μετά, το καφενείο του Νίκου Αϊβαλιώτη παραμένει παραμένει η ψυχή της πλατείας.
Διαβάστε ακόμα:
Ζαχαροπλαστείο Θεοδώρου: 93 χρόνια γλυκιάς Σιφνέικης παράδοσης
Γιάννης Ψιλάκης: Ο φωτογράφος που απαθανάτισε γηγενείς φυλές του πλανήτη
Μανώλης Κουτούζης: Η ιστορία του κοσμοπολίτη και πρωτοπόρου εμπόρου του καλύμνιου σφουγγαριού

